πεδιλοποιία
•
- σπάνιοβιοτεχνία που κατασκευάζει πέδιλα Βικιλεξικό
- σπάνιοη τέχνη του να κατασκευάζεις πέδιλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεδιλοποιία < πέδιλ(ο) + -ο- + -ποιία, (μαρτυρείται από το 1855)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεδιλοποιία | πεδιλοποιίες |
| Γενική | πεδιλοποιίας | πεδιλοποιιών |
| Αιτιατική | πεδιλοποιία | πεδιλοποιίες |
| Κλητική | πεδιλοποιία | πεδιλοποιίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →