πεζή
•
- με τα πόδια Βικιλεξικό
- Αφού οι προσπάθειές μας για ωτοστόπ ή λεωφορείο δεν είχανε αποτέλεσμα, ξεκινήσαμε πεζή. (Αντώνης Σαμαράκης, Το λάθος)
Ετυμολογία
πεζή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πεζῇ, δοτικοφανές επίρρημα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →