πεζεβέγκης
•
- επάγγελμαο προαγωγός, ο μαστροπός Βικιλεξικό
- ο αχρείος άνθρωπος, ο ρουφιάνος Βικιλεξικό
- Πηγαίνει κι αυτός τώρα στην Αίγυπτο, με την ελπίδα να επαναφέρει στο ποίμνιό του την κόρη του Σάρα, που την αποπλάνησε κάποιος πεζεβέγκης. (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
Ετυμολογία
πεζεβέγκης < (άμεσο δάνειο) τουρκική pezevenk
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεζεβέγκης | πεζεβέγκηδες |
| Γενική | πεζεβέγκη | πεζεβέγκηδων |
| Αιτιατική | πεζεβέγκη | πεζεβέγκηδες |
| Κλητική | πεζεβέγκη | πεζεβέγκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →