πεζικάριος
•
- στρατιωτικός όροςο στρατιώτης (ή και ο στρατιωτικός) του πεζικού Βικιλεξικό
- Ο Σουλιώτης στρατηγός με τους 1.200 ψημένους στη μάχη άνδρες κατάφερε να ανακόψει την πορεία του τουρκικού στρατού ο οποίος αποτελούνταν από 5.000 ή κατά άλλους 7.000 ιππείς και πεζικάριους. (www.efsyn.gr, 21.03.2021)
Ετυμολογία
πεζικάριος < πεζικό + -άριος < αρχαία ελληνική πεζικός + ελληνιστική κοινή -άριος (< λατινική -arius)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεζικάριος | πεζικάριοι |
| Γενική | πεζικάριου | πεζικάριων |
| Αιτιατική | πεζικάριο | πεζικάριους |
| Κλητική | πεζικάριε | πεζικάριοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →