πεζογραφώ
•
- σπάνιογράφω πεζογραφία, είμαι πεζογράφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεζογραφώ < πεζογράφος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πεζογραφώ | πεζογραφείς | πεζογραφεί | πεζογραφούμε | πεζογραφείτε | πεζογραφούν / πεζογραφούνε |
| Παρατατικός | πεζογραφούσα | πεζογραφούσες | πεζογραφούσε | πεζογραφούσαμε | πεζογραφούσατε | πεζογραφούσαν / πεζογραφούσανε |
| Αόριστος | πεζογράφησα | πεζογράφησες | πεζογράφησε | πεζογραφήσαμε | πεζογραφήσατε | πεζογράφησαν / πεζογραφήσαν / πεζογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα πεζογραφήσω / θα πεζογραφώ | θα πεζογραφήσεις / θα πεζογραφείς | θα πεζογραφήσει / θα πεζογραφεί | θα πεζογραφήσουμε / θα πεζογραφούμε | θα πεζογραφήσετε / θα πεζογραφείτε | θα πεζογραφήσουν / θα πεζογραφήσουνε / θα πεζογραφούν / θα πεζογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω πεζογραφήσει | έχεις πεζογραφήσει | έχει πεζογραφήσει | έχουμε πεζογραφήσει | έχετε πεζογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πεζογραφήσει | είχες πεζογραφήσει | είχε πεζογραφήσει | είχαμε πεζογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πεζογραφήσει / να πεζογραφήσω / να πεζογραφώ | να έχεις πεζογραφήσει / να πεζογραφήσεις / να πεζογραφείς | να έχει πεζογραφήσει / να πεζογραφήσει / να πεζογραφεί | να έχουμε πεζογραφήσει / να πεζογραφήσουμε / να πεζογραφούμε | να έχετε πεζογραφήσει / να πεζογραφήσετε / να πεζογραφείτε | να πεζογραφήσουν / να πεζογραφήσουνε / να πεζογραφούν / να πεζογραφούνε |
| Προστακτική | — | πεζογράφει / πεζογράφησε | — | — | πεζογραφήστε / πεζογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →