πεζοδιάβαση
•
- νεολογισμόςη διάβαση πεζών Βικιλεξικό
- Οπως καταγγέλλουν οι κάτοικοι της περιοχής, κάθε χρόνο συμβαίνουν σοβαρά ατυχήματα στο συγκεκριμένο σημείο ελλείψει πεζοδιάβασης, καθώς ο δρόμος είναι ταχείας κυκλοφορίας και η ορατότητα περιορισμένη.
Ετυμολογία
πεζοδιάβαση (νεολογισμός) < πεζο- + διάβαση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεζοδιάβαση | πεζοδιαβάσεις |
| Γενική | πεζοδιάβασης | πεζοδιαβάσεων |
| Αιτιατική | πεζοδιάβαση | πεζοδιαβάσεις |
| Κλητική | πεζοδιάβαση | πεζοδιαβάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →