Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεζοδιάβαση

/pe.zo.ðiˈa.va.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη διάβαση πεζών Βικιλεξικό
    • Οπως καταγγέλλουν οι κάτοικοι της περιοχής, κάθε χρόνο συμβαίνουν σοβαρά ατυχήματα στο συγκεκριμένο σημείο ελλείψει πεζοδιάβασης, καθώς ο δρόμος είναι ταχείας κυκλοφορίας και η ορατότητα περιορισμένη.

Ετυμολογία

πεζοδιάβαση (νεολογισμός) < πεζο- + διάβαση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεζοδιάβασηπεζοδιαβάσεις
Γενικήπεζοδιάβασηςπεζοδιαβάσεων
Αιτιατικήπεζοδιάβασηπεζοδιαβάσεις
Κλητικήπεζοδιάβασηπεζοδιαβάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →