πεζοδρομιακός
•
- που έχει σχέση με το πεζοδρόμιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεζοδρομιακός < πεζοδρόμιο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεζοδρομιακός | πεζοδρομιακή | πεζοδρομιακό |
| Γενική | πεζοδρομιακού | πεζοδρομιακής | πεζοδρομιακού |
| Αιτιατική | πεζοδρομιακό | πεζοδρομιακή | πεζοδρομιακό |
| Κλητική | πεζοδρομιακέ | πεζοδρομιακή | πεζοδρομιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεζοδρομιακοί | πεζοδρομιακές | πεζοδρομιακά |
| Γενική | πεζοδρομιακών | πεζοδρομιακών | πεζοδρομιακών |
| Αιτιατική | πεζοδρομιακούς | πεζοδρομιακές | πεζοδρομιακά |
| Κλητική | πεζοδρομιακοί | πεζοδρομιακές | πεζοδρομιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →