Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεζοδρομιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το πεζοδρόμιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεζοδρομιακός < πεζοδρόμιο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεζοδρομιακόςπεζοδρομιακήπεζοδρομιακό
Γενικήπεζοδρομιακούπεζοδρομιακήςπεζοδρομιακού
Αιτιατικήπεζοδρομιακόπεζοδρομιακήπεζοδρομιακό
Κλητικήπεζοδρομιακέπεζοδρομιακήπεζοδρομιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεζοδρομιακοίπεζοδρομιακέςπεζοδρομιακά
Γενικήπεζοδρομιακώνπεζοδρομιακώνπεζοδρομιακών
Αιτιατικήπεζοδρομιακούςπεζοδρομιακέςπεζοδρομιακά
Κλητικήπεζοδρομιακοίπεζοδρομιακέςπεζοδρομιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →