πεζολογώ
•
- γράφω ή μιλάω χωρίς παραστατικότητα και γλαφυρότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεζολογώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πεζολόγος + -ώ, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prosaïser
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πεζολογώ | πεζολογείς | πεζολογεί | πεζολογούμε | πεζολογείτε | πεζολογούν / πεζολογούνε |
| Παρατατικός | πεζολογούσα | πεζολογούσες | πεζολογούσε | πεζολογούσαμε | πεζολογούσατε | πεζολογούσαν / πεζολογούσανε |
| Αόριστος | πεζολόγησα | πεζολόγησες | πεζολόγησε | πεζολογήσαμε | πεζολογήσατε | πεζολογήσαν / πεζολογήσανε / πεζολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα πεζολογήσω / θα πεζολογώ | θα πεζολογήσεις / θα πεζολογείς | θα πεζολογήσει / θα πεζολογεί | θα πεζολογήσουμε / θα πεζολογούμε | θα πεζολογήσετε / θα πεζολογείτε | θα πεζολογήσουν / θα πεζολογήσουνε / θα πεζολογούν / θα πεζολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω πεζολογήσει | έχεις πεζολογήσει | έχει πεζολογήσει | έχουμε πεζολογήσει | έχετε πεζολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πεζολογήσει | είχες πεζολογήσει | είχε πεζολογήσει | είχαμε πεζολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πεζολογήσει / να πεζολογήσω / να πεζολογώ | να έχεις πεζολογήσει / να πεζολογήσεις / να πεζολογείς | να έχει πεζολογήσει / να πεζολογήσει / να πεζολογεί | να έχουμε πεζολογήσει / να πεζολογήσουμε / να πεζολογούμε | να έχετε πεζολογήσει / να πεζολογήσετε / να πεζολογείτε | να πεζολογήσουν / να πεζολογήσουνε / να πεζολογούν / να πεζολογούνε |
| Προστακτική | — | πεζολόγει / πεζολόγησε | — | — | πεζολογήστε / πεζολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →