Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεζολόγος

/pe.zoˈlo.ɣos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που γράφει πεζογραφίες, που είναι πεζογράφος Βικιλεξικό
  2. που γράφει κενολόγα και βαρετά κείμενα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεζολόγος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πεζολόγος. Μορφολογικά αναλύεται σε πεζο- + -λόγος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεζολόγοςπεζολόγοι
Γενικήπεζολόγουπεζολόγων
Αιτιατικήπεζολόγοπεζολόγους
Κλητικήπεζολόγεπεζολόγοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →