πεζοναυτικός
•
- που έχει σχέση με πεζοναύτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεζοναυτικός < πεζοναύτης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεζοναυτικός | πεζοναυτική | πεζοναυτικό |
| Γενική | πεζοναυτικού | πεζοναυτικής | πεζοναυτικού |
| Αιτιατική | πεζοναυτικό | πεζοναυτική | πεζοναυτικό |
| Κλητική | πεζοναυτικέ | πεζοναυτική | πεζοναυτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεζοναυτικοί | πεζοναυτικές | πεζοναυτικά |
| Γενική | πεζοναυτικών | πεζοναυτικών | πεζοναυτικών |
| Αιτιατική | πεζοναυτικούς | πεζοναυτικές | πεζοναυτικά |
| Κλητική | πεζοναυτικοί | πεζοναυτικές | πεζοναυτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →