Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεζοναυτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πεζοναύτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεζοναυτικός < πεζοναύτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεζοναυτικόςπεζοναυτικήπεζοναυτικό
Γενικήπεζοναυτικούπεζοναυτικήςπεζοναυτικού
Αιτιατικήπεζοναυτικόπεζοναυτικήπεζοναυτικό
Κλητικήπεζοναυτικέπεζοναυτικήπεζοναυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεζοναυτικοίπεζοναυτικέςπεζοναυτικά
Γενικήπεζοναυτικώνπεζοναυτικώνπεζοναυτικών
Αιτιατικήπεζοναυτικούςπεζοναυτικέςπεζοναυτικά
Κλητικήπεζοναυτικοίπεζοναυτικέςπεζοναυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →