Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεζοπορία

/pe.zo.poˈɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πορεία που γίνεται με τα πόδια, περπατώντας Βικιλεξικό
  2. το περπάτημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεζοπορία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πεζοπορία. Μορφολογικά αναλύεται σε πεζο- + -πορία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεζοπορίαπεζοπορίες
Γενικήπεζοπορίαςπεζοποριών
Αιτιατικήπεζοπορίαπεζοπορίες
Κλητικήπεζοπορίαπεζοπορίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →