πεζοτράγουδο
•
- λογοτεχνικόλογοτεχνικό είδος που συνδυάζει τα χαρακτηριστικά του πεζού κειμένου με αυτά του τραγουδιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεζοτράγουδο < πεζ(ό) + -ο- + τραγούδ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεζοτράγουδο | πεζοτράγουδα |
| Γενική | πεζοτράγουδου | πεζοτράγουδων |
| Αιτιατική | πεζοτράγουδο | πεζοτράγουδα |
| Κλητική | πεζοτράγουδο | πεζοτράγουδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →