πεζούνιν
•
- πτηνότο περιστέρι Βικιλεξικό
- Είπουν της «Δος μου ’να φιλίν» τζ’ είπεν μου «Πκιάε δέκα» τζ’ είπουν τζ’ εγιώ ’πού μέσα μου «Ίντα καλή γεναίκα»! Πεζούνιν, αρκοπέζουνον ήσουν τζ’ εμέρωσά σε τζαι τώρα που σ’ εμέρωσα έφυες τζ’ έχασά σε.
Ετυμολογία
πεζούνιν < γαλλική pigeon (περιστέρι)
Άλλοι τύποι
πεζούναπέζουνος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →