Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεθαμενατζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικείοιδιοκτήτης ή υπάλληλος γραφείου κηδειών Βικιλεξικό
  2. οικείονεκροθάφτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεθαμενατζής < πεθαμένος + -τζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεθαμενατζήςπεθαμενατζήδες
Γενικήπεθαμενατζήπεθαμενατζήδων
Αιτιατικήπεθαμενατζήπεθαμενατζήδες
Κλητικήπεθαμενατζήπεθαμενατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →