πεθερικά
•
- ο πεθερός και η πεθερά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο σπίτι του πεθερού και της πεθεράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεθερικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πεθερικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεθερικά | πεθερικά |
| Γενική | — | πεθερικών |
| Αιτιατική | — | πεθερικά |
| Κλητική | — | πεθερικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →