Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πειθαρχώ

ρήμα
•
  1. υπακούω σε εντολές που δέχομαι από κάποιον ανώτερο Βικιλεξικό
  2. επιβάλλω στον εαυτό μου να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα, να κάνει κάτι ή να αποφύγει κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πειθαρχώ < αρχαία ελληνική πειθαρχέω (πείθομαι σε μία ἀρχή, σε μια εξουσία)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπειθαρχώπειθαρχείςπειθαρχείπειθαρχούμεπειθαρχείτεπειθαρχούν / πειθαρχούνε
Παρατατικόςπειθαρχούσαπειθαρχούσεςπειθαρχούσεπειθαρχούσαμεπειθαρχούσατεπειθαρχούσαν / πειθαρχούσανε
Αόριστοςπειθάρχησαπειθάρχησεςπειθάρχησεπειθαρχήσαμεπειθαρχήσατεπειθάρχησαν / πειθαρχήσαν / πειθαρχήσανε
Μέλλονταςθα πειθαρχήσω / θα πειθαρχώθα πειθαρχήσεις / θα πειθαρχείςθα πειθαρχήσει / θα πειθαρχείθα πειθαρχήσουμε / θα πειθαρχούμεθα πειθαρχήσετε / θα πειθαρχείτεθα πειθαρχήσουν / θα πειθαρχήσουνε / θα πειθαρχούν / θα πειθαρχούνε
Παρακείμενοςέχω πειθαρχήσειέχεις πειθαρχήσειέχει πειθαρχήσειέχουμε πειθαρχήσειέχετε πειθαρχήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πειθαρχήσειείχες πειθαρχήσειείχε πειθαρχήσειείχαμε πειθαρχήσει——
Υποτακτικήνα έχω πειθαρχήσει / να πειθαρχήσω / να πειθαρχώνα έχεις πειθαρχήσει / να πειθαρχήσεις / να πειθαρχείςνα έχει πειθαρχήσει / να πειθαρχήσει / να πειθαρχείνα έχουμε πειθαρχήσει / να πειθαρχήσουμε / να πειθαρχούμενα έχετε πειθαρχήσει / να πειθαρχήσετε / να πειθαρχείτενα πειθαρχήσουν / να πειθαρχήσουνε / να πειθαρχούν / να πειθαρχούνε
Προστακτική—πειθάρχει / πειθάρχησε——πειθαρχήστε / πειθαρχείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →