πειθαρχώ
•
- υπακούω σε εντολές που δέχομαι από κάποιον ανώτερο Βικιλεξικό
- επιβάλλω στον εαυτό μου να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα, να κάνει κάτι ή να αποφύγει κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πειθαρχώ < αρχαία ελληνική πειθαρχέω (πείθομαι σε μία ἀρχή, σε μια εξουσία)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πειθαρχώ | πειθαρχείς | πειθαρχεί | πειθαρχούμε | πειθαρχείτε | πειθαρχούν / πειθαρχούνε |
| Παρατατικός | πειθαρχούσα | πειθαρχούσες | πειθαρχούσε | πειθαρχούσαμε | πειθαρχούσατε | πειθαρχούσαν / πειθαρχούσανε |
| Αόριστος | πειθάρχησα | πειθάρχησες | πειθάρχησε | πειθαρχήσαμε | πειθαρχήσατε | πειθάρχησαν / πειθαρχήσαν / πειθαρχήσανε |
| Μέλλοντας | θα πειθαρχήσω / θα πειθαρχώ | θα πειθαρχήσεις / θα πειθαρχείς | θα πειθαρχήσει / θα πειθαρχεί | θα πειθαρχήσουμε / θα πειθαρχούμε | θα πειθαρχήσετε / θα πειθαρχείτε | θα πειθαρχήσουν / θα πειθαρχήσουνε / θα πειθαρχούν / θα πειθαρχούνε |
| Παρακείμενος | έχω πειθαρχήσει | έχεις πειθαρχήσει | έχει πειθαρχήσει | έχουμε πειθαρχήσει | έχετε πειθαρχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πειθαρχήσει | είχες πειθαρχήσει | είχε πειθαρχήσει | είχαμε πειθαρχήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πειθαρχήσει / να πειθαρχήσω / να πειθαρχώ | να έχεις πειθαρχήσει / να πειθαρχήσεις / να πειθαρχείς | να έχει πειθαρχήσει / να πειθαρχήσει / να πειθαρχεί | να έχουμε πειθαρχήσει / να πειθαρχήσουμε / να πειθαρχούμε | να έχετε πειθαρχήσει / να πειθαρχήσετε / να πειθαρχείτε | να πειθαρχήσουν / να πειθαρχήσουνε / να πειθαρχούν / να πειθαρχούνε |
| Προστακτική | — | πειθάρχει / πειθάρχησε | — | — | πειθαρχήστε / πειθαρχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →