πειράζω
•
- ενοχλώ Βικιλεξικό
- ακουμπώ και μετακινώ ή αλλάζω ελαφρά τη θέση Βικιλεξικό
- αστεΐζομαι, περιπαίζω, χωρατεύω Βικιλεξικό
- βλάπτω, κάνω κακό Βικιλεξικό
- «Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. Τ' όνομα εκεινού θέλω. Εσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!» (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Πίστομα, Κορφιάτικες ιστορίες, 1899)
- μεταφορικάκάνω μετατροπές, προσθήκες ή μικροαλλαγές, αλλάζω κάτι, ειδικά σε συσκευές ή μηχανές Βικιλεξικό
- Έχει πειράξει την εξάτμιση για να έχει καλύτερη απόδοση, αλλά κάνει πιο πολύ φασαρία τώρα.
Ετυμολογία
πειράζω < αρχαία ελληνική πειράζω < πεῖρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →