Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πειράζω

ρήμα
•
  1. ενοχλώ Βικιλεξικό
  2. ακουμπώ και μετακινώ ή αλλάζω ελαφρά τη θέση Βικιλεξικό
  3. αστεΐζομαι, περιπαίζω, χωρατεύω Βικιλεξικό
  4. βλάπτω, κάνω κακό Βικιλεξικό
    • «Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. Τ' όνομα εκεινού θέλω. Εσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!» (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Πίστομα, Κορφιάτικες ιστορίες, 1899)
  5. μεταφορικάκάνω μετατροπές, προσθήκες ή μικροαλλαγές, αλλάζω κάτι, ειδικά σε συσκευές ή μηχανές Βικιλεξικό
    • Έχει πειράξει την εξάτμιση για να έχει καλύτερη απόδοση, αλλά κάνει πιο πολύ φασαρία τώρα.

Ετυμολογία

πειράζω < αρχαία ελληνική πειράζω < πεῖρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →