πειραματικός
•
- που έχει σχέση με το πείραμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- δοκιμαστικός Βικιλεξικό
- που συμβάλλει στον πειραματισμό, που πειραματίζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πειραματικός < πείραμα + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική experimental ή (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική expérimental)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πειραματικός | πειραματική | πειραματικό |
| Γενική | πειραματικού | πειραματικής | πειραματικού |
| Αιτιατική | πειραματικό | πειραματική | πειραματικό |
| Κλητική | πειραματικέ | πειραματική | πειραματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πειραματικοί | πειραματικές | πειραματικά |
| Γενική | πειραματικών | πειραματικών | πειραματικών |
| Αιτιατική | πειραματικούς | πειραματικές | πειραματικά |
| Κλητική | πειραματικοί | πειραματικές | πειραματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →