Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πειραματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το πείραμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. δοκιμαστικός Βικιλεξικό
  3. που συμβάλλει στον πειραματισμό, που πειραματίζεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πειραματικός < πείραμα + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική experimental ή (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική expérimental)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπειραματικόςπειραματικήπειραματικό
Γενικήπειραματικούπειραματικήςπειραματικού
Αιτιατικήπειραματικόπειραματικήπειραματικό
Κλητικήπειραματικέπειραματικήπειραματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπειραματικοίπειραματικέςπειραματικά
Γενικήπειραματικώνπειραματικώνπειραματικών
Αιτιατικήπειραματικούςπειραματικέςπειραματικά
Κλητικήπειραματικοίπειραματικέςπειραματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →