πειραματόζωο
•
- ζώο που το χρησιμοποιούν επιστήμονες ως αντικείμενο μελέτης στην εκτέλεση διαφόρων πειραμάτων Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηάνθρωπος που τον χρησιμοποιούν επιστήμονες ως αντικείμενο μελέτης στην εκτέλεση διαφόρων πειραμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πειραματόζωο < πείραμα + -ο- + ζώο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πειραματόζωο | πειραματόζωα |
| Γενική | πειραματόζωου | πειραματόζωων |
| Αιτιατική | πειραματόζωο | πειραματόζωα |
| Κλητική | πειραματόζωο | πειραματόζωα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →