Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πειρατεύω

ρήμα
•
  1. ναυτικός όροςείμαι πειρατής, ασκώ την πειρατεία (στη θάλασσα) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηεπιτίθεμαι με σκοπό τη ληστεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πειρατεύω < ελληνιστική κοινή πειρατεύω < πειρατής < αρχαία ελληνική πεῖρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →