πειρατεύω
•
- ναυτικός όροςείμαι πειρατής, ασκώ την πειρατεία (στη θάλασσα) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεπιτίθεμαι με σκοπό τη ληστεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πειρατεύω < ελληνιστική κοινή πειρατεύω < πειρατής < αρχαία ελληνική πεῖρα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →