πειρατικό
•
- ναυτικός όροςπλοίο ή άλλο πλωτό μέσο που χρησιμοποιείται σε πειρατεία Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςπλοίο ή σκάφος που δεν φέρει εθνική σημαία, ανεξάρτητα αν προβαίνει ή όχι σε πειρατεία Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηόχημα που χρησιμοποιείται για πειρατικούς σκοπούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πειρατικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πειρατικός (εννοείται η λέξη πλοίο, σκάφος ή όχημα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πειρατικό | πειρατικά |
| Γενική | πειρατικού | πειρατικών |
| Αιτιατική | πειρατικό | πειρατικά |
| Κλητική | πειρατικό | πειρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →