Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πειρατικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όροςπλοίο ή άλλο πλωτό μέσο που χρησιμοποιείται σε πειρατεία Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςπλοίο ή σκάφος που δεν φέρει εθνική σημαία, ανεξάρτητα αν προβαίνει ή όχι σε πειρατεία Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηόχημα που χρησιμοποιείται για πειρατικούς σκοπούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πειρατικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πειρατικός (εννοείται η λέξη πλοίο, σκάφος ή όχημα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπειρατικόπειρατικά
Γενικήπειρατικούπειρατικών
Αιτιατικήπειρατικόπειρατικά
Κλητικήπειρατικόπειρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →