πεισματοσύνη
•
- λόγιοέντονη επιμονή, που γίνεται με πείσμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεισματοσύνη < πείσμα + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεισματοσύνη | πεισματοσύνες |
| Γενική | πεισματοσύνης | πεισματοσυνών |
| Αιτιατική | πεισματοσύνη | πεισματοσύνες |
| Κλητική | πεισματοσύνη | πεισματοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →