πειστήριο
•
- οτιδήποτε πείθει για κάτι, ή πιστοποιεί κάτι Βικιλεξικό
- νομικός όροςοποιοδήποτε αντικείμενο που συντελεί στη βεβαίωση ή όχι τέλεσης αξιόποινης πράξης και κατ΄ επέκταση στην αθώωση ή την ενοχή κατηγορουμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πειστήριο < αρχαία ελληνική πειστήριον με ουσιαστικοποίηση, ουδέτερο του πειστήριος < → δείτε τη λέξη πείθω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πειστήριο | πειστήρια |
| Γενική | πειστήριου / πειστηρίου | πειστηρίων |
| Αιτιατική | πειστήριο | πειστήρια |
| Κλητική | πειστήριο | πειστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →