πειστικότητα
•
- η ιδιότητα ή η ικανότητα του πειστικού, το να είναι κάποιος πειστικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πειστικότητα < πειστικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πειστικότητα | πειστικότητες |
| Γενική | πειστικότητας | πειστικοτήτων |
| Αιτιατική | πειστικότητα | πειστικότητες |
| Κλητική | πειστικότητα | πειστικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →