πεκούνι
•
- είδος σφυριού ή σκεπαρνιού Βικιλεξικό
- τα χρήματα (στον πληθυντικό: τα πεκούνια) Βικιλεξικό
- ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο· τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών (Νίκος Σαραντάκος, Οι λέξεις του χρήματος και των νομισμάτων Ιατρικά θέματα 68, 2015, σελ. 31-34 https://isth.gr/wp-content/uploads/2021/06/isth68.pdf)
Ετυμολογία
πεκούνι < ιταλική piccone < picco
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεκούνι | πεκούνια |
| Γενική | πεκουνιού | πεκουνιών |
| Αιτιατική | πεκούνι | πεκούνια |
| Κλητική | πεκούνι | πεκούνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →