πελαγοδρομώ
•
- κυριολεκτικάταξιδεύω στο πέλαγος Βικιλεξικό
- μεταφορικάενεργώ άσκοπα και αμήχανα, σαν να έχω χάσει το δρόμο μου ή τον στόχο μου, χωρίς πρόγραμμα ή σειρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πελαγοδρομώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πελαγοδρομέω / πελαγοδρομῶ < αρχαία ελληνική πέλαγος + δρόμος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πελαγοδρομώ | πελαγοδρομείς | πελαγοδρομεί | πελαγοδρομούμε | πελαγοδρομείτε | πελαγοδρομούν / πελαγοδρομούνε |
| Παρατατικός | πελαγοδρομούσα | πελαγοδρομούσες | πελαγοδρομούσε | πελαγοδρομούσαμε | πελαγοδρομούσατε | πελαγοδρομούσαν / πελαγοδρομούσανε |
| Αόριστος | πελαγοδρόμησα | πελαγοδρόμησες | πελαγοδρόμησε | πελαγοδρομήσαμε | πελαγοδρομήσατε | πελαγοδρομήσαν / πελαγοδρομήσανε / πελαγοδρόμησαν |
| Μέλλοντας | θα πελαγοδρομήσω / θα πελαγοδρομώ | θα πελαγοδρομήσεις / θα πελαγοδρομείς | θα πελαγοδρομήσει / θα πελαγοδρομεί | θα πελαγοδρομήσουμε / θα πελαγοδρομούμε | θα πελαγοδρομήσετε / θα πελαγοδρομείτε | θα πελαγοδρομήσουν / θα πελαγοδρομήσουνε / θα πελαγοδρομούν / θα πελαγοδρομούνε |
| Παρακείμενος | έχω πελαγοδρομήσει | έχεις πελαγοδρομήσει | έχει πελαγοδρομήσει | έχουμε πελαγοδρομήσει | έχετε πελαγοδρομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πελαγοδρομήσει | είχες πελαγοδρομήσει | είχε πελαγοδρομήσει | είχαμε πελαγοδρομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πελαγοδρομήσει / να πελαγοδρομήσω / να πελαγοδρομώ | να έχεις πελαγοδρομήσει / να πελαγοδρομήσεις / να πελαγοδρομείς | να έχει πελαγοδρομήσει / να πελαγοδρομήσει / να πελαγοδρομεί | να έχουμε πελαγοδρομήσει / να πελαγοδρομήσουμε / να πελαγοδρομούμε | να έχετε πελαγοδρομήσει / να πελαγοδρομήσετε / να πελαγοδρομείτε | να πελαγοδρομήσουν / να πελαγοδρομήσουνε / να πελαγοδρομούν / να πελαγοδρομούνε |
| Προστακτική | — | πελαγοδρόμει / πελαγοδρόμησε | — | — | πελαγοδρομήστε / πελαγοδρομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →