Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πελαγώνω

/pe.laˈɣo.no/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποπλέω στο πέλαγος Βικιλεξικό
    • Κανόνι βροντοῦσε πέρα τὸ κῦμα. Καὶ μᾶς ἔδερνε καὶ μᾶς ἔσπρωχνε καὶ μᾶς πελάγωνε, σὰν νὰ μᾶς εἶχε ἀντίδικους. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Κακότυχος, από τη συλλογή Λόγια της πλώρης, 1924)
  2. μεταφορικάβρίσκομαι σε αμηχανία, δεν ξέρω τι να κάνω, πώς να φερθώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πελαγώνω < ελληνιστική κοινή πελαγόω / πελαγῶ + -ώνω < αρχαία ελληνική πέλαγος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →