πελαγώνω
•
- λαϊκότροποπλέω στο πέλαγος Βικιλεξικό
- Κανόνι βροντοῦσε πέρα τὸ κῦμα. Καὶ μᾶς ἔδερνε καὶ μᾶς ἔσπρωχνε καὶ μᾶς πελάγωνε, σὰν νὰ μᾶς εἶχε ἀντίδικους. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Κακότυχος, από τη συλλογή Λόγια της πλώρης, 1924)
- μεταφορικάβρίσκομαι σε αμηχανία, δεν ξέρω τι να κάνω, πώς να φερθώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πελαγώνω < ελληνιστική κοινή πελαγόω / πελαγῶ + -ώνω < αρχαία ελληνική πέλαγος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →