Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πελασγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τον πρωτοελληνικό ή κατ' άλλους προελληνικό πολιτισμό στην περιοχή της Ελλάδας Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός με τους Πελασγούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πελασγικός < αρχαία ελληνική Πελασγικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπελασγικόςπελασγικήπελασγικό
Γενικήπελασγικούπελασγικήςπελασγικού
Αιτιατικήπελασγικόπελασγικήπελασγικό
Κλητικήπελασγικέπελασγικήπελασγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπελασγικοίπελασγικέςπελασγικά
Γενικήπελασγικώνπελασγικώνπελασγικών
Αιτιατικήπελασγικούςπελασγικέςπελασγικά
Κλητικήπελασγικοίπελασγικέςπελασγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →