πελιδνός
•
- αρχαιοπρεπέςκάτωχρος, κατάχλομος και μελανός Βικιλεξικό
- καὶ μετὰ συνεχῆ πυρετὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, καὶ μετὰ κόπου ἀναπνέων (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τ' αερικό στο δέντρο)
Ετυμολογία
πελιδνός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πελιδνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pelito- < *pel- (γκρι) (πβ. σανσκριτικά पलित (palitá), λατινικά pallidus)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πελιδνός | πελιδνή | πελιδνό |
| Γενική | πελιδνού | πελιδνής | πελιδνού |
| Αιτιατική | πελιδνό | πελιδνή | πελιδνό |
| Κλητική | πελιδνέ | πελιδνή | πελιδνό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πελιδνοί | πελιδνές | πελιδνά |
| Γενική | πελιδνών | πελιδνών | πελιδνών |
| Αιτιατική | πελιδνούς | πελιδνές | πελιδνά |
| Κλητική | πελιδνοί | πελιδνές | πελιδνά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →