Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πέλος

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ύφασματο χνούδι σ’ ένα ύφασμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πέλος < (άμεσο δάνειο) ιταλική pelo + -ος < λατινική pilus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pil- (τρίχα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπέλοςπέλη
Γενικήπέλουςπελών
Αιτιατικήπέλοςπέλη
Κλητικήπέλοςπέλη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πελός

/peˈlos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. τρελός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πελός < πελλός με ορθογραφική απλοποίηση → λείπει η ετυμολογία Συγγενή: κυπριακή πελλός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπελόςπελήπελό
Γενικήπελούπελήςπελού
Αιτιατικήπελόπελήπελό
Κλητικήπελέπελήπελό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπελοίπελέςπελά
Γενικήπελώνπελώνπελών
Αιτιατικήπελούςπελέςπελά
Κλητικήπελοίπελέςπελά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →