πέλος
•
- ύφασματο χνούδι σ’ ένα ύφασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πέλος < (άμεσο δάνειο) ιταλική pelo + -ος < λατινική pilus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pil- (τρίχα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πέλος | πέλη |
| Γενική | πέλους | πελών |
| Αιτιατική | πέλος | πέλη |
| Κλητική | πέλος | πέλη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →