Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πελότα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μικρό στρογγυλό ή τετράγωνο μαξιλαράκι, συνήθως με βάση, που χρησιμοποιείται για να καρφιτσώνουμε τις βελόνες και τις καρφίτσες, ώστε να τις έχουμε πρόχειρες Βικιλεξικό
    • Μια πελότα χειροποίητη ή γιατί όχι και… αρωματικό μαξιλαράκι! (Μια πελότα για τις καρφίτσες σας, periodikocreativity.gr, ανακτήθηκε στις 29/12/2024 https://periodikocreativity.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B5%CF%82-%CF%83%CE%B1%CF%82/)
    • Ποίημα, Ο σκαντζόχοιρος του Τσου Τσεν Πάι (Κίνα 9ος π.Χ. αιώνας), ※ μετάφραση: Σωκράτης Λ. Σκαρτσής, από το βιβλίο Με λογισμό και μʼ όνειρο, Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων, Ε' & ΣΤ' Δημοτικού, ※ @ebooks.edu.gr
  2. παιχνίδι ισπανικής προέλευσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πελότα < (άμεσο δάνειο) γαλλική pelote # πελότα < (άμεσο δάνειο) ιταλική pelota < ισπανική pelota

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπελόταπελότες
Γενικήπελόταςπελοτών
Αιτιατικήπελόταπελότες
Κλητικήπελόταπελότες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →