πεναλτάκιας
•
- αργκότερματοφύλακας που αποκρούει συχνά πέναλτι Βικιλεξικό
- αργκόπαίκτης που αναλαμβάνει συχνά να εκτελέσει πέναλτι (με επιτυχημένο τρόπο) Βικιλεξικό
- αργκόκάποιος που έχει ευκαιριακές ερωτικές σχέσεις σε φθηνά ξενοδοχεία ημιδιαμονής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεναλτάκιας < πέναλτ(ι) + -άκιας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεναλτάκιας | πεναλτάκηδες |
| Γενική | πεναλτάκια | πεναλτάκηδων |
| Αιτιατική | πεναλτάκια | πεναλτάκηδες |
| Κλητική | πεναλτάκια | πεναλτάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →