Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πενηνταρίζω

ρήμα
•
  1. αμετάβατογίνομαι πενήντα χρονών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πενηνταρίζω < πενηντάρι + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπενηνταρίζωπενηνταρίζειςπενηνταρίζειπενηνταρίζουμεπενηνταρίζετεπενηνταρίζουν / πενηνταρίζουνε
Παρατατικόςπενηντάριζαπενηντάριζεςπενηντάριζεπενηνταρίζαμεπενηνταρίζατεπενηντάριζαν / πενηνταρίζαν / πενηνταρίζανε
Αόριστοςπενηντάρισαπενηντάρισεςπενηντάρισεπενηνταρίσαμεπενηνταρίσατεπενηντάρισαν / πενηνταρίσαν / πενηνταρίσανε
Μέλλονταςθα πενηνταρίζω / θα πενηνταρίσωθα πενηνταρίζεις / θα πενηνταρίσειςθα πενηνταρίζει / θα πενηνταρίσειθα πενηνταρίζουμε / θα πενηνταρίσουμεθα πενηνταρίζετε / θα πενηνταρίσετεθα πενηνταρίζουν / θα πενηνταρίζουνε / θα πενηνταρίσουν / θα πενηνταρίσουνε
Παρακείμενοςέχω πενηνταρίσειέχεις πενηνταρίσειέχει πενηνταρίσειέχουμε πενηνταρίσειέχετε πενηνταρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πενηνταρίσειείχες πενηνταρίσειείχε πενηνταρίσειείχαμε πενηνταρίσει——
Υποτακτικήνα έχω πενηνταρίσει / να πενηνταρίζω / να πενηνταρίσωνα έχεις πενηνταρίσει / να πενηνταρίζεις / να πενηνταρίσειςνα έχει πενηνταρίσει / να πενηνταρίζει / να πενηνταρίσεινα έχουμε πενηνταρίσει / να πενηνταρίζουμε / να πενηνταρίσουμενα έχετε πενηνταρίσει / να πενηνταρίζετε / να πενηνταρίσετενα πενηνταρίζουν / να πενηνταρίζουνε / να πενηνταρίσουν / να πενηνταρίσουνε
Προστακτική—πενηντάριζε / πενηντάρισε——πενηνταρίζετε / πενηνταρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →