Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πενθήμερος

/penˈθi.me.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. διάρκειας πέντε ημερών Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου αναφέρεται ή έχει σχέση με το πενθήμερο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πενθήμερος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πενθήμερος < αρχαία ελληνική πέντε πενθ- με [t > θ]) + -ήμερος (ἡμέρα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπενθήμεροςπενθήμερηπενθήμερο
Γενικήπενθήμερουπενθήμερηςπενθήμερου
Αιτιατικήπενθήμεροπενθήμερηπενθήμερο
Κλητικήπενθήμερεπενθήμερηπενθήμερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπενθήμεροιπενθήμερεςπενθήμερα
Γενικήπενθήμερωνπενθήμερωνπενθήμερων
Αιτιατικήπενθήμερουςπενθήμερεςπενθήμερα
Κλητικήπενθήμεροιπενθήμερεςπενθήμερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →