πενθοφορώ
•
- φορώ πένθιμα ρούχα ή άλλες ενδείξεις δηλωτικές πένθους (π.χ. μαύρο περιβραχιόνιο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πενθοφορώ < πένθος + -ο- + φορώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πενθοφορώ | πενθοφορείς | πενθοφορεί | πενθοφορούμε | πενθοφορείτε | πενθοφορούν / πενθοφορούνε |
| Παρατατικός | πενθοφορούσα | πενθοφορούσες | πενθοφορούσε | πενθοφορούσαμε | πενθοφορούσατε | πενθοφορούσαν / πενθοφορούσανε |
| Αόριστος | πενθοφόρησα | πενθοφόρησες | πενθοφόρησε | πενθοφορήσαμε | πενθοφορήσατε | πενθοφορήσαν / πενθοφορήσανε / πενθοφόρησαν |
| Μέλλοντας | θα πενθοφορήσω / θα πενθοφορώ | θα πενθοφορήσεις / θα πενθοφορείς | θα πενθοφορήσει / θα πενθοφορεί | θα πενθοφορήσουμε / θα πενθοφορούμε | θα πενθοφορήσετε / θα πενθοφορείτε | θα πενθοφορήσουν / θα πενθοφορήσουνε / θα πενθοφορούν / θα πενθοφορούνε |
| Παρακείμενος | έχω πενθοφορήσει | έχεις πενθοφορήσει | έχει πενθοφορήσει | έχουμε πενθοφορήσει | έχετε πενθοφορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πενθοφορήσει | είχες πενθοφορήσει | είχε πενθοφορήσει | είχαμε πενθοφορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πενθοφορήσει / να πενθοφορήσω / να πενθοφορώ | να έχεις πενθοφορήσει / να πενθοφορήσεις / να πενθοφορείς | να έχει πενθοφορήσει / να πενθοφορήσει / να πενθοφορεί | να έχουμε πενθοφορήσει / να πενθοφορήσουμε / να πενθοφορούμε | να έχετε πενθοφορήσει / να πενθοφορήσετε / να πενθοφορείτε | να πενθοφορήσουν / να πενθοφορήσουνε / να πενθοφορούν / να πενθοφορούνε |
| Προστακτική | — | πενθοφόρει / πενθοφόρησε | — | — | πενθοφορήστε / πενθοφορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →