πενθώ
•
- διάγω περίοδο πένθους, μεγάλης οδύνης για τον θάνατο αγαπημένου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπενθοφορώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πενθώ < αρχαία ελληνική πενθέω / πενθῶ < πένθος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πενθώ | πενθείς | πενθεί | πενθούμε | πενθείτε | πενθούν / πενθούνε |
| Παρατατικός | πενθούσα | πενθούσες | πενθούσε | πενθούσαμε | πενθούσατε | πενθούσαν / πενθούσανε |
| Αόριστος | πένθησα | πένθησες | πένθησε | πενθήσαμε | πενθήσατε | πένθησαν / πενθήσαν / πενθήσανε |
| Μέλλοντας | θα πενθήσω / θα πενθώ | θα πενθήσεις / θα πενθείς | θα πενθήσει / θα πενθεί | θα πενθήσουμε / θα πενθούμε | θα πενθήσετε / θα πενθείτε | θα πενθήσουν / θα πενθήσουνε / θα πενθούν / θα πενθούνε |
| Παρακείμενος | έχω πενθήσει | έχεις πενθήσει | έχει πενθήσει | έχουμε πενθήσει | έχετε πενθήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πενθήσει | είχες πενθήσει | είχε πενθήσει | είχαμε πενθήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πενθήσει / να πενθήσω / να πενθώ | να έχεις πενθήσει / να πενθήσεις / να πενθείς | να έχει πενθήσει / να πενθήσει / να πενθεί | να έχουμε πενθήσει / να πενθήσουμε / να πενθούμε | να έχετε πενθήσει / να πενθήσετε / να πενθείτε | να πενθήσουν / να πενθήσουνε / να πενθούν / να πενθούνε |
| Προστακτική | — | πένθει / πένθησε | — | — | πενθήστε / πενθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →