πενιουάρ
•
- ύφασμα που τοποθετούν οι γυναίκες στους ώμους κατά το χτένισμα Βικιλεξικό
- είδος (μακριάς και λεπτεπίλεπτης) ρόμπας που φορούσαν οι γυναίκες μέσα στο σπίτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πενιουάρ < (άμεσο δάνειο) γαλλική peignoir < peigner < λατινική pectinare, απαρέμφατο ενεστώτα τού pectino < pecten < pecto (χτενίζω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peḱ- (τίλλω, μαδώ, τραβώ)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →