Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεντάευρο

/penˈda.e.vɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νεολογισμόςπέντε ευρώ Βικιλεξικό
  2. νεολογισμόςένα χαρτονόμισμα των πέντε ευρώ Βικιλεξικό
    • Και στη Γαλλία όμως τα πεντάευρα που δίνουν ΑΤΜ των τραπεζών δεν γίνονται δεκτά από τους μαγαζάτορες σε αρκετές περιοχές, καθώς τα μηχανήματα ανίχνευσης που διαθέτουν τα βγάζουν πλαστά, όπως και στο Βέλγιο όπου τα μηχανήματα εύκολης πληρωμής τα απορρίπτουν αν κάποιος θελήσει να τα καταθέσει για την πληρωμή προϊόντων ή υπηρεσιών. (*)

Ετυμολογία

πεντάευρο < πεντα- + ευρ(ώ) + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεντάευροπεντάευρα
Γενικήπεντάευρουπεντάευρων
Αιτιατικήπεντάευροπεντάευρα
Κλητικήπεντάευροπεντάευρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →