πεντάνιο
•
- χημείαοργανική χημική ένωση (μοριακός τύπος C₅H₁₂), άκυκλος κορεσμένος υδρογονάνθρακας (αλκάνιο), που χρησιμοποιείται ως διαλυτικό, σε λιπαντικά κ.λπ., ενώ αποτελεί και ένα από τα συστατικά της βενζίνης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεντάνιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική pentane < αρχαία ελληνική πέντε
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεντάνιο | πεντάνια |
| Γενική | πεντάνιου / πεντανίου | πεντανίων |
| Αιτιατική | πεντάνιο | πεντάνια |
| Κλητική | πεντάνιο | πεντάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →