πεντάρι
•
- το ψηφίο πέντε Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελείται από πέντε ομοειδή αντικείμενα Βικιλεξικό
- διαμέρισμα με πέντε κύρια δωμάτια
- κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 5 Βικιλεξικό
- το τραπουλόχαρτο με τον αριθμό 5
- βαθμός σε εξετάσεις
- αθλητισμόςποδοσφαιριστής που αγωνίζεται λίμπερο στην σύνθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεντάρι <πέντ(ε) + -άρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεντάρι | πεντάρια |
| Γενική | πενταριού | πενταριών |
| Αιτιατική | πεντάρι | πεντάρια |
| Κλητική | πεντάρι | πεντάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →