Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεντάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το ψηφίο πέντε Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελείται από πέντε ομοειδή αντικείμενα Βικιλεξικό
    • διαμέρισμα με πέντε κύρια δωμάτια
  3. κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 5 Βικιλεξικό
    • το τραπουλόχαρτο με τον αριθμό 5
    • βαθμός σε εξετάσεις
  4. αθλητισμόςποδοσφαιριστής που αγωνίζεται λίμπερο στην σύνθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεντάρι <πέντ(ε) + -άρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεντάριπεντάρια
Γενικήπενταριούπενταριών
Αιτιατικήπεντάριπεντάρια
Κλητικήπεντάριπεντάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →