πεντάρικος
•
- που έχει σχέση με πεντάρα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που έχει αξία μιας πεντάρας Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν έχει μεγάλη αξία (συνήθως για ρητορικό λόγο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεντάρικος < πεντάρα + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεντάρικος | πεντάρικη | πεντάρικο |
| Γενική | πεντάρικου | πεντάρικης | πεντάρικου |
| Αιτιατική | πεντάρικο | πεντάρικη | πεντάρικο |
| Κλητική | πεντάρικε | πεντάρικη | πεντάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεντάρικοι | πεντάρικες | πεντάρικα |
| Γενική | πεντάρικων | πεντάρικων | πεντάρικων |
| Αιτιατική | πεντάρικους | πεντάρικες | πεντάρικα |
| Κλητική | πεντάρικοι | πεντάρικες | πεντάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →