Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεντάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πεντάρα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που έχει αξία μιας πεντάρας Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου δεν έχει μεγάλη αξία (συνήθως για ρητορικό λόγο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεντάρικος < πεντάρα + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεντάρικοςπεντάρικηπεντάρικο
Γενικήπεντάρικουπεντάρικηςπεντάρικου
Αιτιατικήπεντάρικοπεντάρικηπεντάρικο
Κλητικήπεντάρικεπεντάρικηπεντάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεντάρικοιπεντάρικεςπεντάρικα
Γενικήπεντάρικωνπεντάρικωνπεντάρικων
Αιτιατικήπεντάρικουςπεντάρικεςπεντάρικα
Κλητικήπεντάρικοιπεντάρικεςπεντάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →