πεντάχρονος
•
- που διαρκεί πέντε χρόνια Βικιλεξικό
- που έχει ηλικία πέντε χρόνων, πέντε ετών Βικιλεξικό
- μουσική, (ποίηση) που αποτελείται από πέντε χρόνους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεντάχρονος < πεντά- + -χρονος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεντάχρονος | πεντάχρονη | πεντάχρονο |
| Γενική | πεντάχρονου | πεντάχρονης | πεντάχρονου |
| Αιτιατική | πεντάχρονο | πεντάχρονη | πεντάχρονο |
| Κλητική | πεντάχρονε | πεντάχρονη | πεντάχρονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεντάχρονοι | πεντάχρονες | πεντάχρονα |
| Γενική | πεντάχρονων | πεντάχρονων | πεντάχρονων |
| Αιτιατική | πεντάχρονους | πεντάχρονες | πεντάχρονα |
| Κλητική | πεντάχρονοι | πεντάχρονες | πεντάχρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →