πεντακοσάευρο
•
- νεολογισμόςπεντακόσια ευρώ Βικιλεξικό
- νόμισμαχαρτονόμισμα των πεντακοσίων ευρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεντακοσάευρο < πεντακόσια + ευρ(ώ) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεντακοσάευρο | πεντακοσάευρα |
| Γενική | πεντακοσάευρου | πεντακοσάευρων |
| Αιτιατική | πεντακοσάευρο | πεντακοσάευρα |
| Κλητική | πεντακοσάευρο | πεντακοσάευρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →