Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πενταροδεκάρες

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοπεντάρες και δεκάρες (ως σύνολο) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηελάχιστο χρηματικό ποσό Βικιλεξικό
    • Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη, 2013)

Ετυμολογία

πενταροδεκάρες < πεντάρες + -ο- + δεκάρες

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπενταροδεκάρεςπενταροδεκάρες
Γενική—πενταροδεκάρων
Αιτιατική—πενταροδεκάρες
Κλητική—πενταροδεκάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →