πενταρχία
•
- πολιτικήη εξουσία (αρχή) πέντε αρχόντων μαζί Βικιλεξικό
- θρησκείαη εξουσία (αρχή) των πατριαρχών των πέντε πατριαρχείων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πενταρχία < αρχαία ελληνική πενταρχία < πέντε + ἄρχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πενταρχία | πενταρχίες |
| Γενική | πενταρχίας | πενταρχιών |
| Αιτιατική | πενταρχία | πενταρχίες |
| Κλητική | πενταρχία | πενταρχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →