πεντόζη
•
- χημείαμονοσακχαρίτης με πέντε άτομα άνθρακα (πχ δεοξυριβόζη), που απαντάται είτε ως ελεύθερο σάκχαρο είτε ως δομικό στοιχείο σημαντικότερων βιομορίων όπως τα νουκλεϊκά οξέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεντόζη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική pentose < αρχαία ελληνική πέντε + αγγλική -ose < λατινική -osus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεντόζη | πεντόζες |
| Γενική | πεντόζης | πεντοζών |
| Αιτιατική | πεντόζη | πεντόζες |
| Κλητική | πεντόζη | πεντόζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →