πεπαιδευμένος
•
- λόγιοπου έχει λάβει παιδεία, μορφωμένος Βικιλεξικό
- Προς διδάσκαλον καί πάντα πεπαιδευμένον ἂνδρα: ... Κύριε (δεῑνα), Την Ὑμετέραν Σοφολογιότητα μὲ σέβας προσκυνῶ, καὶ ἀσπάζομαι (Ἐπιστολάριον περιέχον διαφόρους τύπους ἐπιστολών, πάνυ χρησίμους εἰς ὁποιανδήποτε ἀνθρωπίνην κατάστασιν και περίστασιν του βίου. Μεταρρυθμισθέν και ... ἐπαυξηθέν, Ἐκδοσις πέμπτη, Βενετία, εκ του ελληνικού τυπογραφείου Ο Φοίνιξ, 1875, σελ. 26 https://www.google.gr/books/edition/%E1%BC%98%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%87%CE%BF/gVa3mH0ZLcMC?hl=el&gbpv=1&dq=%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1&pg=PA26&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
πεπαιδευμένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πεπαιδευμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παιδεύω με αναδιπλασιασμό
Άλλοι τύποι
πεπαιδευμέναπεπαιδευμένεπεπαιδευμένεςπεπαιδευμένηπεπαιδευμένηςπεπαιδευμένοπεπαιδευμένοιπεπαιδευμένοςπεπαιδευμένουπεπαιδευμένουςπεπαιδευμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →