Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεπτιδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιοχημείαπου έχει σχέση με πεπτίδιο ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεπτιδικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική peptidic ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική peptidique < peptide < ελληνιστική κοινή πεπτός < πέπτω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεπτιδικόςπεπτιδικήπεπτιδικό
Γενικήπεπτιδικούπεπτιδικήςπεπτιδικού
Αιτιατικήπεπτιδικόπεπτιδικήπεπτιδικό
Κλητικήπεπτιδικέπεπτιδικήπεπτιδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεπτιδικοίπεπτιδικέςπεπτιδικά
Γενικήπεπτιδικώνπεπτιδικώνπεπτιδικών
Αιτιατικήπεπτιδικούςπεπτιδικέςπεπτιδικά
Κλητικήπεπτιδικοίπεπτιδικέςπεπτιδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →