πεπτικός
•
- φυσιολογίαπου έχει σχέση με την πέψη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεπτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πεπτικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική digestif)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεπτικός | πεπτική | πεπτικό |
| Γενική | πεπτικού | πεπτικής | πεπτικού |
| Αιτιατική | πεπτικό | πεπτική | πεπτικό |
| Κλητική | πεπτικέ | πεπτική | πεπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεπτικοί | πεπτικές | πεπτικά |
| Γενική | πεπτικών | πεπτικών | πεπτικών |
| Αιτιατική | πεπτικούς | πεπτικές | πεπτικά |
| Κλητική | πεπτικοί | πεπτικές | πεπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →