Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περήφανος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια ή έχει ένα αυξημένο συναίσθημα αξιοπρέπειας, ώστε δεν επιτρέπει να τον υποτιμούν και να τον μειώνουν Βικιλεξικό
    • είναι πολύ περήφανος για να δεχτεί ελεημοσύνη
    • Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. που έχει μεγαλοπρέπεια στην εμφάνιση και στη στάση Βικιλεξικό
    • έχει περήφανο παράστημα
  3. που νιώθει ένα συναίσθημα ικανοποίησης και χαράς για κάτι που απέκτησε ή που κατάφερε να κάνει, να δημιουργήσει Βικιλεξικό
    • είναι περήφανη για την τελευταία δουλειά της
  4. που η στάση και συμπεριφορά του δείχνουν μια υπερβολική αυτοεκτίμηση κι ένα ματαιόδοξο συναίσθημα ανωτερότητας έναντι των άλλων, ο υπερφίαλος, ο αλαζόνας, ο φαντασμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περήφανος < αρχαία ελληνική ὑπερήφανος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερήφανοςπερήφανηπερήφανο
Γενικήπερήφανουπερήφανηςπερήφανου
Αιτιατικήπερήφανοπερήφανηπερήφανο
Κλητικήπερήφανεπερήφανηπερήφανο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερήφανοιπερήφανεςπερήφανα
Γενικήπερήφανωνπερήφανωνπερήφανων
Αιτιατικήπερήφανουςπερήφανεςπερήφανα
Κλητικήπερήφανοιπερήφανεςπερήφανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →