περήφανος
•
- που η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια ή έχει ένα αυξημένο συναίσθημα αξιοπρέπειας, ώστε δεν επιτρέπει να τον υποτιμούν και να τον μειώνουν Βικιλεξικό
- είναι πολύ περήφανος για να δεχτεί ελεημοσύνη
- Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- που έχει μεγαλοπρέπεια στην εμφάνιση και στη στάση Βικιλεξικό
- έχει περήφανο παράστημα
- που νιώθει ένα συναίσθημα ικανοποίησης και χαράς για κάτι που απέκτησε ή που κατάφερε να κάνει, να δημιουργήσει Βικιλεξικό
- είναι περήφανη για την τελευταία δουλειά της
- που η στάση και συμπεριφορά του δείχνουν μια υπερβολική αυτοεκτίμηση κι ένα ματαιόδοξο συναίσθημα ανωτερότητας έναντι των άλλων, ο υπερφίαλος, ο αλαζόνας, ο φαντασμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περήφανος < αρχαία ελληνική ὑπερήφανος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περήφανος | περήφανη | περήφανο |
| Γενική | περήφανου | περήφανης | περήφανου |
| Αιτιατική | περήφανο | περήφανη | περήφανο |
| Κλητική | περήφανε | περήφανη | περήφανο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περήφανοι | περήφανες | περήφανα |
| Γενική | περήφανων | περήφανων | περήφανων |
| Αιτιατική | περήφανους | περήφανες | περήφανα |
| Κλητική | περήφανοι | περήφανες | περήφανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →